Μες στη νύχτα που μεγάλωσα δεν έμαθα “καλά”.
Μόνο να αντέχω, να κρατάω όρθια καρδιά.
Κι όταν όλοι φύγαν, έμεινα μόνος στη σκιά,
μα η φλόγα μέσα μου έλεγε “μην πέσεις, προχώρα ξανά”.
Κι άμα καώ, θα καώ από αυτά που αγάπησα.
Ό,τι κράτησα μέσα, ό,τι πόνεσα, ό,τι άφησα.
Δεν φοβήθηκα ποτέ, κι ας λέγαν “θα χάθηκα”.
Η φωτιά μου δεν σβήνει — γι’ αυτό υπάρχω, γι’ αυτό στάθηκα.
Πόσα είδα, πόσα κράτησα, πόσα δεν είπα σε κανέναν.
Πόσα βράδια πάλευα με δαίμονες, κι όμως τους έπαιρνα έναν-έναν.
Δεν ζήτησα βοήθεια, έμαθα μόνος να δένω
τις πληγές που άλλοι άνοιξαν κι εγώ ακόμα υπερασπίζομαι.
Κι αν αύριο χαθώ, θα ξέρουν πως ήμουν αληθινός.
Δεν φοβήθηκα τη στάχτη, γεννήθηκα πεισματικός.
Η καρδιά μου πυρκαγιά — όχι άλλος πόνος μισός.
Αν δεν καις για κάτι, τότε ζεις χωρίς σκοπός.
Κι άμα καώ, θα καώ από αυτά που διάλεξα.
Από όνειρα που πόνεσαν, μα δεν τα παράτησα.
Φωτιά στα μάτια, λόγος τιμής, ψυχή που άντεξα.
Κι ό,τι έμεινε μέσα μου — το κράτησα και το έφτιαξα.