Μες στου λιμανιού τη νύχτα,
το μπουζούκι κλαίει σιγά,
ένας άντρας μόνος πίνει,
και θυμάται τα παλιά...
Ξενιτεύτηκε για ψωμί,
τη μητέρα φίλησε βαθιά,
«Θα γυρίσω την άνοιξη...»
μα τον πήραν τα ξένα μακριά...
Ρεφρέν:
Η ξενιτιά τον πήρε, μάνα μου,
και δεν γύρισε ξανά,
μόνο γράμματα και δάκρυα,
στο παλιό μας το σοκάκι πια...
Το μπουζούκι αναστενάζει,
σαν καρδιά που αιμορραγεί,
μια αγάπη τον περίμενε,
μα δε γύρισε ποτέ εκεί...
Στην αυλή ο γέρος πατέρας,
κάθε μέρα κοιτά τον δρόμο,
κάθε σκιά τού μοιάζει γιος,
μα η σιωπή του φέρνει πόνο...
Ρεφρέν:
Η ξενιτιά τον πήρε, μάνα μου,
και δεν γύρισε ξανά,
μόνο η θάλασσα ψιθυρίζει,
τ’ όνομά του στα κρυφά...