...Και ύστερα λύγισα
Κράτησα άμυνα σκληρή, για μήνες και για χρόνια,
φόρεσα εγωισμό διπλό, να μη με βρει η παγωνιά.
Όλοι με ξέραν βράχο στυφό, που οι καταιγίδες σπάνε,
εκείνον που οι απώλειες ποτέ δεν τον πονάνε.
Κοίταζα τον καθρέφτη μου και του κουνούσα το δάχτυλο μου
«Δεν θα δακρύσεις, φίλε μου, για χάρη κανενός».
Μα η απουσία σου έσκαβε το δίκιο το δικό μου,
κι έγινε ο τοίχος της αντοχής μου ξαφνικά καπνός.
Και ύστερα λύγισα...
Έσβησα τα φώτα και τη νύχτα φίλησα.
Μέσα στα συντρίμμια μου για σένα μίλησα,
εγώ που δεν προσκύνησα Θεούς και αρχηγούς.
Και ύστερα λύγισα...
Έγινε η περηφάνια μου ένα δάκρυ θολό,
κατάλαβα πως είμαι ένας άνθρωπος απλός,
που σ' αγαπάει σαν τρελός...
Δεν είναι ντροπή να πέφτεις, όταν έχεις αγαπήσει,
ντροπή είναι να κρύβεσαι σε μια ψεύτικη ζωή.
Το κάστρο μου γκρεμίστηκε, η λογική έχει σβήσει,
κι ας με δικάσει ο κόσμος όλος το πρωί...
Και ύστερα λύγισα...
Έσβησα τα φώτα και τη νύχτα φίλησα.
Μέσα στα συντρίμμια μου για σένα μίλησα,
εγώ που δεν προσκύνησα Θεούς και αρχηγούς.
Και ύστερα λύγισα...
Έγινε η περηφάνια μου ένα δάκρυ θολό,
κατάλαβα πως είμαι ένας άνθρωπος απλός,
που σ' αγαπάει σαν τρελός...