(Verse 1)
Στη σκόνη των δρόμων γεννήθηκα, στην άσφαλτο μεγάλωσα.
Μια ζωή μες στην παρανομία, με το σκοτάδι πάλαιψα.
Τα βράδια κρύα, η τσέπη άδεια, το βλέμμα μου θολό,
Χαμένος σε ουσίες, ψάχνοντας έναν άλλον ρόλο.
Η αλητεία μάθημα, η βία ο κανόνας,
Και η ψυχή μου δέσμια στους δικούς της αιώνας.
Μέχρι που εμφανίστηκε, φως μες στη μουντίλα,
Ένα κορίτσι-άγγελος, που 'χε μόνο αλήθεια.
Μου 'δωσε χέρι, μου 'δειξε έναν άλλο κόσμο,
Εκεί που η ελπίδα δε φωνάζει, μα κρατάει το ρυθμό.
"Φύγε απ' τα σκοινιά," μου 'πε, "μη σ' αφήσεις να χαθείς,"
"Έχεις τη δύναμη, αρκεί ν' αποφασίσεις, ν' αρνηθείς."
(Chorus)
Το όνειρο ήτανε μαζί, σ' ένα νησί μακριά,
Μακριά απ' τα ξενύχτια, την πρέζα και τη βρωμιά.
Ο αγώνας δίχως τέλος, έπρεπε να παλέψω,
Να γίνω άλλος άνθρωπος, την άσχημη ζωή να κόψω.
Πάλεψα και βγήκα όρθιος, άφησα πίσω τη φωτιά,
Μα το κορίτσι-άγγελος, έφυγε από την αγκαλιά.
Μου 'μεινε μόνο η ανάμνηση και η υπόσχεση που 'δωσα,
Ότι η ζωή μου δε θα ξαναγίνει ίδια, όσο κι αν πόνεσα.
(Verse 2)
Τα χρόνια περάσαν, οι πληγές έγιναν σημάδια,
Πολλά τα βράδια δύσκολα, μες στα παλιά μου λάθη.
Δε μετανιώνω, γιατί με έκαναν αυτό που είμαι,
Έναν μαχητή που ξέρει τι σημαίνει να πει "Δε φταίω!"
Η κάθε πτώση μου, έγινε δύναμη, ορμή για την ανάβαση,
Και η σιωπή μου, κραυγή, για κάθε μου διάβαση.
Εκείνη... έμεινε φάντασμα σε μια γωνιά της σκέψης,
Το κίνητρο που είχα, για την οριστική μου έκλειψη
Από τον βούρκο. Τώρα κοιτάζω ψηλά,
Κρατάω την υπόσχεση, με πείσμα και με καρδιά.
Γιατί έμαθα πια, πως η μόνη αλητεία που αξίζει,
Είναι να παλεύεις για την ψυχή που σε στηρίζει.
Ακόμα και αν λείπει, το μάθημα είναι βαθύ.
Στέκομαι όρθιος σήμερα, γιατί έμαθα να ζω.